απεργώ


απεργώ
απεργώ, απήργησα και απέργησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απεργώ — κάνω απεργία. [ΕΤΥΜΟΛ. < απεργός. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • απεργώ — [апэрго] р. бастовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απεργώ — έργησα, παίρνω μέρος στην απεργία: Απεργούν κάμποσο καιρό οι κλωστοϋφαντουργοί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατεβαίνω — (AM καταβαίνω, Μ και κατεβαίνω και κατηβαίνω) 1. βαίνω προς τα κάτω, έρχομαι από υψηλότερο σημείο σε χαμηλότερο, κατέρχομαι (α. «κατεβαίνω τη σκάλα» β. «οὐρανόθεν καταβάς», Ομ. Ιλ.) 2. κατέρχομαι από κάπου (α. «κατέβηκε από το αυτοκίνητο» β.… …   Dictionary of Greek